Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

კილომეტრი • (kilometri) =kilometre=χιλιόμετρο

კილომეტრი • (kilometri) =kilometre=χιλιόμετρο

WIKTIONARY: Etymology

From French kilomètre, from Ancient Greek χίλιοι (khilioi, “thousand”) + μέτρον (metron, “measure”).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου