Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

კოლიტი • (koliti)=colitis=κολίτιδα

კოლიტი • (koliti)=colitis=κολίτιδα

WIKTIONARY: Etymology

From Latin cōlon (“a member of a verse of poem”), from Ancient Greek κῶλον (kōlon, “a member, limb, clause, part of a verse”).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου