Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

კოსმოპოლიტი • (kosmopoliti)=cosmopolitan=κοσμοπολ

კოსმოპოლიტი • (kosmopoliti)=cosmopolitan=κοσμοπολίτης

WIKTIONARY: Etymology

From Ancient Greek κοσμοπολίτης (kosmopolites, “citizen of the world”) (κόσμος (kosmos, “world”) + πολίτης (polites, “citizen”)).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου