Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

კინეტიკური • (kinetikuri)=kinetic=κινητικός

კინეტიკური • (kinetikuri)=kinetic=κινητικός

WIKTIONARY: Etymology

From Ancient Greek κινητικός (kinētikos, “one who puts in motion”), from κινέω (kineō, “I move, put in motion”)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου