Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

მანია • (mania)= craze, mania=μανία

მანია • (mania)= craze, mania=μανία

WIKTIONARY: Etymology

From Latin mania, from Ancient Greek μανία (mania, “madness”).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου