მანიაკალურად • (maniakalurad)
WIKTIONARY: Etymology
maniac + -al
Late Latin maniacus, from Ancient Greek μανιακός (maniakos), adjectival form of μανία (mania, “madness”).
From Ancient Greek μανία (mania, “madness”).
From μαίνομαι (mainomai, “I am mad”).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου