Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

სინოდი • (sinodi) =synod= σύνοδος

სინოდი • (sinodi) =synod= σύνοδος

WIKTIONARY: Etymology

Ancient Greek σύνοδος (sunodos, “assembly, meeting”), from σύν (sun, “with”) (English syn-) + ὁδός (hodos, “way, path”).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου