Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

ჰემოფილია • (hemop'ilia) =hemophilia=αιμοφιλία

ჰემოფილია • (hemop'ilia) =hemophilia=αιμοφιλία

WIKTIONARY: Etymology

Medical term; from Ancient Greek αἷμα (blood) + φιλία (friendship)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου