Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

ჰიდრავლიკა • (hidravlika)=hydraulics=υδραυλική

ჰიდრავლიკა • (hidravlika)=hydraulics=υδραυλική

WIKTIONARY: Etymology

hydraulic + -ics.

From Ancient Greek ὑδραυλικός (“of a water organ”), from ὕδραυλις (“water organ”).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου