Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

ჰიგიენა • (higiena)=hygiene=υγιεινή

ჰიგიენა • (higiena)=hygiene=υγιεινή

WIKTIONARY: Etymology

From French hygiène, from Ancient Greek ὑγιαίνω (hugiainō, “be healthy, sound”), from ὑγιής (hugies, “healthy, sound”).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου