Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

ჰიპნოზი • (hipnozi)= hypnoses, mesmerism=ύπνωση,υπνωτισμός

ჰიპნოზი • (hipnozi)= hypnoses, mesmerism=ύπνωση,υπνωτισμός

WIKTIONARY: Etymology

From Ancient Greek ὕπνος (hupnos, “sleep”) + -osis.

hypnosis (a trancelike state), hypnotize

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου