Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

ქრონიკა • (k'ronika) =chronicle=χρονικό

ქრონიკა • (k'ronika) =chronicle=χρονικό

WIKTIONARY: Etymology

Latin chronica, from Ancient Greek χρονικός (chronikos, “of or concerning time”), from χρόνος (chronos, “time”)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου