Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

ფსიქოპათი • (p'sik'opat'i) =psychopath=ψυχοπαθής

ფსიქოპათი • (p'sik'opat'i) =psychopath=ψυχοπαθής

WIKTIONARY: Etymology

From German psychopatisch, from Ancient Greek ψυχή (psyche, “soul”) + πάθος (pathos, “suffering”).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου