Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

კომიკური (komikuri)=comic=κωμικός,κωμικό

Greek words in Georgian language

კომიკური (komikuri)=comic=κωμικός,κωμικό

WIKTIONARY: Etymology

From Latin comicus, from Ancient Greek κωμικός (komikos, “relating to comedy”), from κῶμος (kōmos, “carousal”).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου