Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

ათლეტიკა • (at'letika)=athletics=αθλητισμός

ათლეტიკა • (at'letika)=athletics=αθλητισμός

WIKTIONARY: Etymology

From athlete + -ics.

From Ancient Greek ἀθλητής (athlētēs), from ἀθλέω (athlēō, “compete for a prize”), from ἆθλον (athlon, “prize”) or ἆθλος (athlos, “competition”).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου