Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

ავტოკრატია • (avtokratia)=αὐταρχία =autocracy

ავტოკრატია • (avtokratia)=αὐταρχία =autocracy

WIKTIONARY: Etymology

From Ancient Greek αὐταρχία (autarcheia, “absolute governing”)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου