Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

ჰორიზონტი • (horizonti)= horizon=ορίζοντας

ჰორიზონტი • (horizonti)= horizon=ορίζοντας

WIKTIONARY: Etymology

From Ancient Greek ὁρίζων (horizōn), from ὅρος (horos, “boundary”)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου